Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

ΧΑΣΙΜΟ…

Γ’ΙΑΙ ΝΓΚ’ΝΓΚΑΧ ΓΙΟΓΚ ΣΟΝΤΟΘ ΝΕΚΡΟΥΟΥΜ ΧἸΙ-Λ’ΓΚΕΜΠ ΦἈΙ ΘΡΟΝΤΟΓΚ ΟΥΑΑΑΧ ΝΟΜΙΚΟΝ Ν’ΓΚΑΙ

τότε ὁ Μεγάλος Γεωφυσικὸς ἐξύπνησε ἐντὸς τῆς θερινῆς νυκτὸς κάθιδρως καὶ διεπόρησε: «πόσο νὰ ζυγίζῃ ἆρά γε ἕνα γαμῆσι;»

Λαδερὸς πρωκτός! Κατουράει!

Λοιπὸν φίλε τὸ σκέφτηκα. Στὸ ἄρθρο «ΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕΤΡΟ» ἀναφέρεται ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ὅτι ὁ τεντυμποϊσμός (ἀντίστοιχα τεντυγκερλισμός) ὁδηγεῖ σὲ ἀνεπιθύμητα, βάσει τοῦ κανόνα τῆς δεοντολογίας τῆς ἀνθρώπινης ἀποστολῆς, ἀποτελέσματα καὶ σὲ ψυχοσωματικὴ διάλυσι τοῦ ἀνθρώπου ὡς κύτταρο τοῦ Συμπαντικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἑπομένως, αὐτὸ ποὺ θἄπρεπε νὰ ᾖναι τιμὴ γιὰ μιὰ γυνή -δηλαδὴ ἡ παρθενία της- καταντάει ἀνεπιθύμητη ἰδιότητα στὸ ἀνεξέλεγκτο καπρίτσιο ἑνὸς ἀλαφιασμένου (μοντέρνου) τεντυμπόη. Κατ’ ἐπέκτασιν, τὸ νὰ βγαίνῃς μὲ μιὰ κοπέλα, χωρὶς νὰ ἔχῃς καλὸ σκοπό, συνεπάγεται τὴν ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχὴ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐν λόγῳ παραβιάσεως, ὅπως πχ ἡ κατιανὴ κατίνα-καριόλα νὰ σὲ κατατάξῃ λίγο πιό κάτῳ ἀπ’ τὸ μουνί της (κατάταξι: παρά-κατιανή) τὴν ὥρα ποὺ ἄθελά της ξενοτσιμπυκώνει, χωρὶς νὰ φέρῃ καμμία εὐθύνη γιὰ τὴν ἐν λόγῳ πρᾶξι. Συνεπῶς, καταδικάζουμε ῥητὰ τὴν ἀμέλεια ἀναλήψεως εὐθύνης τοῦ ἄῤῥενος ὡς «τὸ ἀγόρι μου» καθὼς καὶ τὴν ἑταιρεῖα «ΘΗΛΥ Α.Ε.» ὡς ἀνυπόστατους, ἀναξιόπιστους καὶ ἀπρόβλεπτους ἀφερέγγυους μαρξιστὲς τῆς παντοτινῆς ἐνέργειας.

Νὰ θυσιασθῶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴ σημαία καὶ τὸ σύνταγμα; Τί λέτε ῥὲ ξύγγια, γαμῶ τὸ φτυάρι τοῦ παπποῦ σας; Μόνο γιὰ τὸ ὅραμα τοῦ Ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ τὸν Ἀδόλφο Χῖτλερ θὰ ἔδινα τὴ ζωή μου.

Ἀπομένουν μόλις 2 λίτρα αἷμα γιὰ τὸ ἑπόμενο στάδιο! Ἐπισκέψου τὴ στοὰ τῆς Ἐνορίας σου, δές τὰ σοῦπερ πακέτα καὶ κέρδισε ἐπιπλέον μπόνους δύναμι μὲ κάθε ἀνθρωποθυσία!

Συκωτίνη γέμισε τὰ πλεμόνια του. Τὸ στομάχι ἐξέκρινε θολοκουλτουρικὸ ὀξύ. Ὀ ὀργασμισμὸς σὲ ὕφεσι.

Ὁ σκύλλας Δομάζος χῦσε noob! Κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὴ ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜΣ: «Φιλιά, Λουλούδια καὶ Κωλάντερα». All rights reserved. Πρωταγωνιστεῖ ἡ Μάρθα Καραγιάννη μὲ μία μολυσμένη σύριγγα στὸν γλυκό της κῶλο. Γερμανίδες καθηγήτριες Πανεπιστημίου παραμονὴ Χριστουγέννων στὴ σουΐτα τρῷνε Strudel καὶ βάζουνε βδέλλες νὰ τοὺς ῥουφᾶνε τὰ μουνοζούμια γελῶντας πονηρά.

ΜΑΤ ΚΑΙ ΜΕΑ ΚΑΙ 2 ΣΙΑΜΑΙΑ ΤΑ ΞΕΓΕΝΝΗΣΕ Η ΜΑΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΣΗΜΑΙΑ ΚΙ ΑΙΜΟΔΟΤΕΣ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΕΜΑΣΗΣΑΝ ΤΑ ΑΜΕΑ.

ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΥΤΑ ‘ΠΟ ΚΟΥΚΙΑ ΚΟΙΤΑΖΑΝ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΤΙ ΚΙΤΡΙΝΑ ΣΚΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ.

ΤΙ ΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΟΛΜΗΡΟΙ ΤΑΒΛΙΑΣΤΗΚΑΝ ΤΕΤΑΡΤΟΙ ΤΕΡΤΙΠΙΕΡΗΔΕΣ ΤΑΠΙ ΣΑΝ ΤΕΛΧΙΝΟΤΑΠΙΡΟΙ ΤΑΠΕΤΣΙΕΡΗΔΕΣ ΣΤΟΥΠΙ.

Ἀπέκτησε νευρολογικὸ πρόβλημα μεγάλο μαζὺ μὲ τὸ διανοητικό. Μὲ τὶς χοῦφτες τὰ χάπια καὶ τὰ τριπάκια. Καθήμενος στὴν καρέκλα τοῦ προπατζίδικου στὴ Νέα Φιλαδέλφεια καὶ βλέποντας ἀγῶνες κουνᾷ χέρια, ὤμους, ἄναρχα, μὲ ἀμέτρητα τὶκ νὰ τὸν συνοδεύουν γιὰ πάντα. Φορᾷ ὅμως πάντα τὴ φανέλλα τῆς ΑΕΚ…

Σεργουλόπουλος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Σπῦρος Παπαδόπουλος ἀπὸ τὴν Σμύρνη. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς Προσφυγιᾶς στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα. Πούστηδες καὶ γλεντζομουνάκηδες καὶ φυσικὰ χορευταροῦδες καὶ πουτάνες. Γαμῶ τὴ Μπαναγία τους… Ὅταν οἱ Μανιάτες ἐξέδιδαν τὰ καλλίτερα λεξικὰ στὴ νεώτερη ἱστορία (Δημητράκου, Σταματάκου, Παναγιωταρέα κλπ), ὅταν ἔγραφαν ἱστορικὲς μελέτες ὑπὸ ἑλληνοκεντρικὸ πολωμένο πρῖσμα (καὶ ὄχι χλιαρές, ἀπρόσωπες καὶ ἄνευρες δημοσιογραφικὲς στεῖρες καταγραφὲς γεγονότων ποὺ ὀνομάζουν ἱστοριογραφία), καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δεν ὑπῆρχε κὰν Ἑλλάδα, οἱ Μικρασιάτες ᾖσαν βουτηγμένοι στὴ ζαλούρα τοῦ ἀργιλέ, τοῦ μουνιοῦ καὶ τοῦ χρήματος… Ἐφοπλιστάδες, Μεγιστάνες καὶ Ἐπιχειρηματίες μὲ μεράκι γιὰ τὴ ζωή… Καὶ ἦρθαν σήμερα ἐδῷ καὶ συνεχίζουν τὸ γλεντοκόπι τους…

‘Für den Führer’ (Golden Schauer)

παγωμένος ἱδρῶτας τοῦ Μαρσὲλ ἔσταζε ἀργὰ ἀπὸ τὸ διακριτικὸ πηγούνι του στὸ γλυκὸ πρόσωπο τῆς Σελίν, καθὼς τὰ καλοσχηματισμένα, λεπτὰ χείλη της παλινδρομοῦσαν ῥυθμικὰ καὶ ἀταλάντευτα πάνω στὴν εὐαγῆ καὶ καλοκουρδισμένη ψωλή του. «Δν βρίσκεις τέτοιες μεμπτες πουτσάρες μεταξ τν συντρόφων», σκέφθηκε παραπονεμένα νεαρὴ Παριζιάνα Ἀναρχική, ἐνῷ ἔσφιγγε πιὸ δυνατὰ τὸ πρησμένο καὶ ἄτεγκτο ἀντικείμενο τοῦ πόθου της, σὰ νὰ ἤθελε νὰ τὸ ξεῤῥιζώσῃ καὶ νὰ τὸ κάνῃ δικό της γιὰ πάντα. Σελίν, κόρη εὐποροτάτου Οἰνοβιομηχάνου, ἦτο μία τυπική, καλομαθημένη Γαλλίδα μεγαλοαστή, ἀναθρεμμένη μὲ ὅλες τὶς πολυτέλειες καὶ ἀνέσεις ποὺ ἐπέβαλλε τὸ κοινωνικὸ status τῆς οἰκογένειάς της. Ἀπὸ ἐφηβικὴ ἡλικία, ἐξεδήλωσε ἰδιαίτερη ἀρέσκεια πρὸς τὴν Μαρξιστικὴ ἰδεολογία, γιὰ νὰ κατασταλάξῃ, κατὰ τὴν ἐνηλικίωσί της, στὶς θεωρίες τοῦ Μπακούνιν καὶ τοῦ Κροπότκιν.
     Στὸν ἀντίποδα, Μαρσέλ, ἕνας ψηλὸς καὶ εὐσταλὴς Γαλλοαυστριακός πρωταθλητὴς τοῦ Hapkido, μεγαλωμένος στὶς λαϊκὲς γειτονιὲς τῆς Μασσαλίας, ἦτο ἀκραιφνὴς καὶ ὡλοκληρωμένος Ἐθνικοσοσιαλιστής, ἀφοῦ Αὐστριακὸς πατέρας του, καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας στὴν μέση ἐκπαίδευσι, εἶχε φροντίσει νὰ τὸν γαλουχήσῃ ἀπὸ ἕξι ετών μὲ τὴν Φασιστικὴ διδασκαλία του Ἔβολα καὶ τὰ φλογερὰ συγγράματα τοῦ Ἀδόλφου Χῖτλερ. Ὅταν οἱ φίλοι καὶ γνωστοί του τοῦ ἐπεσήμαιναν χαιρέκακα ὅτι εἶναι ἐντελῶς παράδοξο αὐτός, ἕνας Γάλλος, νὰ ᾖναι Ναζιστής, ἐκεῖνος μὲ ἀφοπλιστική, Νορδικὴ ψυχρότητα τοὺς ὑπενθύμιζε ὅτι τὸ πρῶτο Ἐθνικοσοσιαλιστικὸ κόμμα τῆς Γῆς ἰδρύθηκε στὴν χῶρα τῶν Γαλατῶν, εἴκοσι ὁλόκληρα ἔτη πρὶν τὸ ἀντίστοιχο Γερμανικό...
     ...Αἴφνης, Σελὶν ἔνοιωσε ἕνα δυνατὸ κάψιμο στὸ ἀριστερὸ της μάγουλο· εἶχε μόλις δεχθῇ τὸ πρῶτο Ναζιστικὸ χαστούκι τῆς ζωῆς της, χωρὶς ὅμως νὰ διαταραχθῇ οὔτε κατ᾽ ἐλάχιστον ἁρμονικὴ ἐκτέλεσι τῆς στοματικῆς ὑπηρεσίας ποὺ προσέφερε στὸν ἀγριεμένο ἐραστή της, μιᾶς καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ καταβροχθίσῃ ὁλάκερη τὴν ἀσπαίρουσα κρεατόβεργά του. «Εσαι δασκάλα στ τσιμπούκι, παλιοπουτάνα», γρύλισε, μὲ κατηγορικὸ καὶ ὠργισμένο ὕφος ἐν ἡδονικῇ ἐκστάσει εὑρισκόμενος Μαρσέλ, ἐκτοξεύοντας τὰ ἀσυγκράτητα σάλια του πάνω στὰ στητᾶ, κατάλευκα βυζιὰ τῆς λαγνεύουσας κορασίδος. Ἀμέσως, ἕνα καταρρακτῶδες, ἠλεκτρικὸ κῦμα ἡδονῆς ξεκίνησε ἀπὸ το κεφάλι τῆς Σελὶν καί, ἀφοῦ διέσχισε τὸ κορμί της κάθετα, ἐκτονώθηκε βίαια στὸ στενὸ καὶ τρυφερὸ μουνέλο της μὲ ἕνα χειμαῤῥῴδη ὀργασμό, ποὺ τὴν ὑποχρέωσε νὰ σπαρταρᾷ σὰ καμακωμένη ζαργάνα, καθὼς μούγκριζε ἀκατάληπτα καὶ ἀνίερα λόγια.
     Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν μαιναδικὴ φρενίτιδα τῆς καλλίγραμμης φοιτήτριας, ὁ Μαρσὲλ δὲν μπόρεσε νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος καὶ ἀκαριαῖα ἐκφόρτωσε -ὑπὸ τὴν συνοδεία γερμανικῶν ὕβρεων- μὲ σπασμῳδικὴ ἀγριότητα τὸ πυρφόρο, κρεμῶδες ψωλόχυμά του μέσα στὸ λαρύγγι τῆς Σελίν, ἡ ὁποία, μὲ δάκρυα στα μάτια ἀπὸ τὸ ἀσφυκτικὸ αὐτὸ τσιμπούκι, προσπαθοῦσε ἐναγωνίως νὰ πάρῃ μιὰν ἀνάσα...
... Μετὰ ἀπὸ δύο ὁλόκληρα λεπτὰ ἀσταμάτητων ἀναστεναγμῶν ἀποφορτίσεως καὶ ἀνακουφίσεως, τὸ διονυσιακό ζεῦγος μοιράστηκε λίγες στιγμὲς πλήρους σιωπῆς, μὲ τα βλέμματα τους ἀπολύτως συντονισμένα καὶ τὶς παλάμες τους ἑνωμένες σὲ ἕνα ἄκρως τρυφερὸ σάρκινο σύμπλεγμα. Ἡ βραδιά, ὅμως, δὲν ἦταν γραφτὸ νὰ τελειώσῃ ὁμαλά. Ξάφνου, ὁ Μαρσὲλ ἔνοιωσε μιὰ νοητή, χρυσαφένια σβάστικα νὰ στριφογυρνᾷ μέσα στὸ θολωμένο του μυαλὸ καὶ νὰ σφυροκοπᾷ ἀνηλεῶς τὰ μηνίγγια του, μὲ τὸν ἴδιο ἰλιγγιώδη ῥυθμὸ ποὺ ἀναπηδᾷ ἀκανόνιστα ἡ σιδερένια μπίλια μέσα στὸ φλιπεράκι. Ἡ χαλαρωμένη ἀπὸ τὴν κυκλώπεια ἐκσπερμάτωσι οὐρήθρα του ἔτσουζε εὐχάριστα, καθὼς ἕνας διάφανος, ἐξαγνιστικὸς ποταμὸς κάτουρου διάνοιγε μὲ ὁρμὴ τὸν φραγμένο ἀπὸ χύσια διάβα του καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ ἀπελευθερωθῇ στὴν ἀτμόσφαιρα. Ὁ Μαρσὲλ δὲν δίστασε οὔτε δευτερόλεπτο· «Ατ τ θρασύτατο ριο πορνίδιο προδίδει τν Λευκ φυλ μ τν γαμημένη δεολογία της κα πρέπει ν πληρώσ», συλλογίστηκε καὶ μὲ ἔμπλεο ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ μίσους βλέμμα, ἅρπαξε σὰ κτῆνος τὴν ἔκπληκτη Σελὶν ἀπὸ τα μαλλιὰ καὶ πίεσε τὴν τυραγνισμένη ψωλή του στὸ μετωπό της. Πρὶν ἐκτοξεύσῃ τὸ καυτό του φορτίο, οὔρλιαξε δαιμονισμένα «für den führer»...