Κυριακή 12 Μαΐου 2013

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ (Ἀττικὸν διήγημα)



Σουρούπωνε γι τ καλ κα Καλλίας περπατοσε νήσυχος στ σκοτειν σοκάκια τν Αθηνν κατευθυνόμενος πρς τν οκία του στν Κολωνό. Στ μυαλό του ντηχοσαν ο νατρεπτικς διδαχς το πικουρείου φυσικο φιλοσόφου Δίωνος, τς ποες γι πρώτη φορ τυχε ν κροασθ πρν λίγες ρες, στν κατάμεστο π φιλομαθες νεανίες Κπο. π τ φηβικά του χρόνια, Καλλίας εχε ρθ σ παφ μ τς πλατωνικς θεωρίες μέσ το φημισμένου δασκάλου του, Λεάρχου, καί, ταν νηλικιώθηκε, γράφη στν Ακαδημία γι ν εντρυφήσ τόσο στν φιλοσοφία σο κα στ μεγάλο πάθος του, τν στρονομία. Εχε μόλις λοκληρώσει τ τέταρτο τος σπουδν κα ο καθηγητές του σαν τόσο κανοποιημένοι π τς πιδόσεις του, πο σκέπτοντο σοβαρς ν το ναθέσουν διδακτικ καθήκοντα στς προκαταρκτικς τάξεις τν ρχαρίων.

Τίποτε,
μως, π ατ δν εχε πλέον σημασία γι τν ξανθομάλλη Καλλία. φυσιοκεντρική, λιστικ διδασκαλία το βαθυγνώμου Δίωνος εχε συνταράξει λο του τ εναι κα μία κρηκτικ κοσμοθεωρητικ πανάστασι συνετελετο στν συθέμελα κλυδωνιζόμενο νο του. Τ ταραγμένο βλέμμα του εστράφη, αφνης, πρς τν οραν κα ντίκρισε τν λόγιομη Σελήνη ν γεμονεύ στίλβουσα π τς χορείας τν στρων· «γαμημένα βράχια», μουρμούρισε νευρικά, «γαμημένα κωλόβραχα». π μικρ παιδί, ο πάντες το λεγαν τι τ οράνια σώματα εναι θεο πο χρῄζουν τιμν κα λατρευτικν προσφορν. Τ δ πλατωνικ δόγματα εχαν παγιώσει ατήν του τν πεποίθησι μ περίτεχνους φιλοσοφικος συλλογισμούς. στόσο, τώρα μποροσε ν δ καθαρ τν λήθεια: τίποτε θεο δν πάρχει στ στρα· εναι ψυχα λικ σώματα, ψυχα πέτρινα κουφάρια. Ατ ανατρεπτικ συνειδητοποίησι εχε κλονίσει σφόδρα τν φιλομαθ κα εειδ νεανία. Τ γαλανά, ρια μάτια του εχαν κοκκινήσει π μσος κα θυμ γι τν πλάνη στν ποία τν εχαν δηγήσει ο θεοσεβες γονες του, παραδοσιακ θρῃσκεία κα ο κατ καιρος δάσκαλοι κα μέντορές του.

βραδι το γλυκυτάτη κα ζεστή. Καλλίας, διασχίζοντας να π τ γεφύρια το ριδανο, στάθη γι λίγο στ περικαλλ κιγκλιδώματα κα φησε τ βλέμμα του ν χαθ στν ξάστερο ττικ ρίζοντα. να ψυχρ εράκι δρόσισε ναπάντεχα τ νέκφραστο πρόσωπό του κα το θύμισε τος νοιξιάτικους περιπάτους του μ τν μορφη αλήτριδα Μελίτη. Θυμήθηκε πάλι τ λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικ το προσώπου της, δίως τν λόισια νασηκωμένη μύτη της, τ κατάλευκο, νεραϊδίσιο δέρμα κα τ λόστητα, νεανικ στήθη της. «Γαμιόλα ρα», μούγκρισε μετανοιωμένα, κα βλάσφημη κραυγή του δόνησε βίαια τν περιβάλλοντα χρο. Μελίτη, δεκαεννιάχρονη παρθένα τότε, θελε ν τν παντρευτ πεγνωσμένα, καθότι Καλλίας το -κα παραμένει- νας π τος πλέον περιζήτητους νδρες το κλεινο στεος. Μ ψος 1.90, γεμάτος καλογυμνασμένους μς κα περβόρεια φυσιογνωμία κανε λα τα κοριτσόπουλα σ λικία γάμου ν ρυθριον π ρωτικ λαγνεία, σάν τν ντίκριζαν. Ο οκογένειές τους συνεδέοντο μ φιλικος δεσμος κα ο γονες τν δύο νέων εχαν ποπειραθ ν τος νώσουν μ τ δεσμ το γάμου, μως Καλλίας, πηρεασμένος π τν πλατωνικ περιφρόνησι τν σαρκικν δονν κα τς συμβουλς το καδημαϊκο φιλοσόφου ρμίππου, πάγωσε τ πιχειρηθν προξενι κα πεφάσισε ν φοσιωθ λοκληρωτικ στν φιλοσοφία, πως εχε πράξει κα διος Πλάτων. Κατόπιν τούτου, Μελίτη παντρεύτηκε, χωρς ν τ πιθυμ, ναν πιτυχημένο ἔμπορο μεσήλικα σημιτοφοίνικα μεγαλοπλοιοκτήτη, κοντόχοντρο μὲ σκοῦρα χαρακτηριστικά, γαμψὴ μύτη καὶ τεράστια κοιλιά, πο τς επέβαλε πατέρας της.

Ο
σκέψεις ατς νέτειναν τν νευρικότητα το Καλλία, μέχρι πο διεκόπησαν γαρμπα π τ φώρητα γαυγίσματα νς προκλητικο, βραχύσωμου, μαύρου σκυλιο, τ ποο μ θράσος χοροπηδοσε νάμεσα στ πόδια του. Καλλίας κύτταξε γι λίγο βαθι στ μάτια τ νόητο τετράποδο κα μ μία μπαθ, γεμάτη κλωτσι τ ξεσφενδόνισε θεαματικ πάνω π τ ξύλινα κολωνάκια τς γέφυρας. Τ μακρόσυρτο κλᾶμα το πταμένου κόπρου διεδέχθη νας σχυρς πλαταγισμς στ γάργαρα νερ το ποταμο, κα μετ κατανυκτικ σιωπή. Καθς χρυσοκόμης νεανίας παρατηροσε μ νένοχη χαιρεκακία τ ψυχο κα τσούμπαλο κουφάρι ν παρασύρεται π τ ρμητικ ῥεμα το ριδανο, στοχάσθη σκωπτικά: « δέα το σκύλου... κανένας σοφς δημιουργς δν θ παρήγαγε ποτ μία τόσο νοχλητικ δέα». στερα, μονολόγησε μ ποφασιστικότητα ν εδει παναστατικς συνειδησιακς διακηρύξεως: «Δν πάρχει δημιουργός, δν πάρχουν δέες, δν πάρχει πνεμα παρ μόνον λη. Τ σκυλι εναι πλς να λάθος τς φύσεως, νας τυχς συνδυασμς τόμων, μία βιολογικ διαμαρτία».

να σαρδόνιο χαμόγελο κανοποιήσεως ζωγραφίσθη νακλαστικ στ χείλη το νεαρο στοχαστο, σν ν εχε γευθ μβροσία π τ χέρια τν δίων τν Μουσν, κα συνέχισε τν πορεία του πρς τ πατρικό του σπίτι μ ζωηρ βηματισμό -πλησίαζαν μεσάνυχτα- κα ξαλαφρωμένη καρδιά. Σφυρίζοντας μ νανεωμένη διάθεσι, συνελογίζετο τς πόμενες ενέργειές του: μεση παραίτησι π τν καδημία, γγραφ στν σχολ τν πικουρείων κα διεκδίκησι μ κάθε μέσο τς μορφης Μελίτης. ν διέσχιζε μία π τς πι κακόφημες συνοικίες τς πόλεως, γνωστς γι τος πολυσύχναστους οκους νοχς κα τ διάφορα χαμαιτυπεία της, κουσε μία γνωριμοτάτη στ ατιά του φωνή. Ναί, δν σφαλλε ντιληψί του· πρόκειτο γι τν καθηγητή του ρμιππο, ποος συνωμιλοσε διαχυτικς μ να γνωστ γι τν κόλαστο κα κλυτο χαρακτρα του φηβο, συνδημότη το Καλλία. Τότε, εδε κπληκτος, μ τ στραφτερ γαλαν μάτια του, τν σεβάσμιο γερο-φιλόσοφο ν θωπεύ μ περίγραπτη χυδαιότητα τ μόριο το νεαρο ξω π τν χιτνα του κα ν τν φιλ περιπαθς στ στόμα, μέσα στ σκοτάδι.

Μπροστ
στ μάτια το Καλλία ξετυλίσσετο τ πλέον βδελυρ κα ποκρουστικ θέαμα: νας διακεκριμένος, πρεσβύτης φιλόσοφος, ποος χαιρε το σεβασμο λων τν μαθητν του στν καδημία, δν το τελικς παρ να διεστραμμένο κα κφυλο πόβρασμα, νας "πουστόγερας", πως συνήθιζε ν ποκαλ πλς θηναϊκς λας τ ναλόγου εδους καθάρματα. φο σάστισε γι κάποιες στιγμές, μ μία στραπιαία, αλουροπρεπ κίνησι, κρύφτηκε πιδέξια πίσω π να παραπλήσιο, γκώδη πλάτανο κα μ λοξές, προσεκτικς ματις πώπτευε σοκαρισμένος τν θεοστυγ ατν συγχρωτισμό. Καλλίας δυνατοσε ν χωνέψ τν ποκρισία κα παλιανθρωπι το παραμίλλως βρωμερο ρμίππου. Ατ τ τρισάθλιο, γέρικο ποκείμενο εχε τ θράσος κα τν ήθεια ν ποτρέψ δι τν φιλοσοφικν του παραινέσεων τν Καλλία π τν τέλεσι νς εοίωνου γάμου μ τν μορφη κα σεμν Μελίτη, μ τ σκεπτικ τι ο σαρκικς πολαύσεις το γγάμου βίου εναι συμβίβαστες πρς τν περβατικ νατένισι το βασιλείου τν δεν. π τ φς τς μέρας φλογερς κῆρυξ τς φιλοσοφικς γαμίας μετεμορφοτο τς νύχτες σ να βδελυρό, παιδεραστικ ρπετό, πο πλωνε λαίμαργα τ σιχαμερ χέρια του σ εμορφα, θηλυπρεπ ἀγόρια.

Καλλίας νοιωθε τ αμα του ν νεβαίν ρμητικ στ κεφάλι κα ν σφυροκοπ νηλες τ μηνίγγια του. Τ ασθημα τς προδοσίας κα το μπαιγμο κανε τ σωθικά του ν βράζουν π τόφια λύσσα γι κδίκησι. «Ατ τ διπρόσωπο σκουλκι πρέπει ν πληρώσ σκληρ γι τ νοσιουργήματά του», σκέφθη ανενδοίαστα νεαρς φιλόσοφος. Εθύς, ξανακύτταξε πρς τν μερι το παισχύντου ζεύγους. γεροκίναιδος πεχαιρετοσε μ θέρμη τν φηβο ραστή του κα στερα πρε τν δρόμο πρς τν Χολαργό. Τότε, Καλλίας, φο σάρωσε ταχύτατα μ τ βλέμμα του τν περίγυρο κα διεπίστωσε τι ο δρόμοι σαν δειοι, τράβηξε αθόρμητα, κα χωρς ν τ πολυσκεφθ, τ ξιφίδιο π τν θήκη τς ζώνης του κα κολούθησε συχα π σφαλ πόστασι τν νυποψίαστο ρμιππο. Μόλις ερέθη ξω π τν κατοικημένη περιοχή, Καλλίας πετάχυνε ποφασιστικ τ βμα του καί, φο προσήγγισε νεπαίσθητα τ θήραμά του, φραξε μαεστρικ μ τ να χέρι τ στόμα το γέροντος κα κάρφωσε μ μίσος τν παγωμένη λάμα στ πλευρά του, στρέφοντάς την βιαστικ μέσα στ κορμί του, γι ν τν ποτελειώσ. μέσως, ρμιππος σωριάσθη στ χμα σφαδάζοντας ν μέσ ποκώφων γογγυσμν. χειροδύναμος νέος, μ γαστ ψυχραιμία, τν συρε ς τς καλαμις κα τν ρπαξε ξευτελιστικ π τ περιλαίμιο το χιτνος, λέγοντάς του μ σαδιστικ εχαρίστησι «χαιρετίσματα στν Κέρβερο, πούστη». κείνη τν στάτη στιγμή, ρμιππος νεγνώρισε μέσα στ σκοτάδι τν φυσιογνωμία το μαθητο του κα μ μάτια γεμάτα πόνο κα πορία πεπειράθη ν ψελλίσ να παραπονεμένο "γιατί;", μως Καλλίας, φο φιλοδώρησε τ κατατρομαγμένο πρόσωπο το δασκάλου του μ να πηχτό, φλεγματδες πτύελο -σ ν τ χε τραβήξει μέσα π τ κατάβαθα τς ργίλης ψυχς του-, κοψε μανιασμένα τν λαιμό του, κα λούσθη μ ζώδη χαρ στν λοπόρφυρο πίδακα αματος, πο ξετινάχθη μ πίεσι στ πρόσωπό του.

«Τώρα καταλαβαίνω τ
εχε στν νο του Πλάτων, ταν μιλοσε περ φιλοσόφων-πολεμιστν» συνελογίσθη ατάρεσκα δόκιμος μαχαιροβγάλτης, μεθυσμένος π τν πρωτόγνωρη εχαρίστησι πο το προσέφερε στυγν σφαγ το διεφθαρμένου καδημαϊκο φιλοσόφου. ταν, μως, ρα πλέον ν ξαφανισθ. βγαλε βιαστικ τ καταματωμένο του μάτιο κα τ πέταξε μέσα στν πυκν καλαμνα. Τότε, μία στεντόρεια βαρβαρικ αχ σχισε πρόσμενα τν έρα. το τ σκυθικ παράγγελμα γι τν "συναγερμό", κα Καλλίας, ποος γνώριζε ρκετς λέξεις π τν Σκύθη παπποῦ του, κατάλαβε τι εχε κινήσει ποψίες σ μία διερχόμενη στυνομικ περίπολο. στρεψε καριαα τ βλέμμα του πρς τ βουν κα ρχισε ν τρέχ μ λη τν δύναμι τς ψυχς του μέσα στ σκοτάδι, ν καρδιά του χτυποσε σ τύμπανο π τν περπροσπάθεια κα τ γχος τς διαφυγς. π μικρός, το κρηκτικότατος δρομεύς. Ο πιθανότητες ν γλιτώσ δν σαν κα λίγες...

ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ



Οἱ Μακεδόνες ᾖσαν γλωσσικῶς ἐξηλληνισμένοι Βούλγαροι ἀπὸ τὰ Οὐράλια ποὺ σφηνώθηκαν ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ τὰ ἐρυθρότριχα ἀδέρφια μας τοὺς Θρᾷκες.

Ὁ Ἀριστοτέλης ὄχι μόνον εἶναι νάνος μπροστὰ στοὺς πραγματικοὺς Φιλοσόφους τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὸ ἰταμὸ θράσος νὰ εἰρωνεύεται τούς -νεκροὺς κι ὅλας- Φιλοσόφους ποὺ τὸν ξεστράβωσαν. Εἰρωνεύεται ἀκόμα καὶ τὸν δάσκαλό του, τὸν Πλάτωνα. Τὰ κείμενά του εἶναι ὑποδεέστερα, ῥηχὰ καὶ ὑπερεκτιμημένα. Ἡ Μακεδονία ποτὲ δὲν ᾖταν Ἑλλάδα οὔτως ἤ ἄλλως. Σκατὰ στὸν Ἀριστοτέλη.

Ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι ὁ στριφνός, εἰρωνικὸς καθηγητὴς Πανεπιστημίου ποὺ ὅλοι μας ὀνειρευόμαστε νὰ μαχαιρώσουμε στὰ πλευρᾶ μὲ σουγιά…

Ὁ σκοταδισμὸς τοῦ βρωμεροῦ ἱεροεξεταστοῦ Ἀριστοτέλους ξεπερνᾷ κάθε φαντασία! Ὁ τῦπος χλευάζει τὸν Δημόκριτο διότι «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἄτομα» καὶ μὲ ἀνείπωτο θράσος εἰρωνεύεται ὅσους θεωροῦν τὸν ἐγκέφαλο κέντρο τῶν αἰσθήσεων, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν τοὖτο εἶναι ἡ καρδιά (!)

Ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι ἕνας πολὺ καλός (ἴσως ὁ ἄριστος) κριτικὸς καὶ ἱστορικὸς τῆς Φιλοσοφίας, ἀλλὰ μετριότατος/οὐτιδανὸς Φιλόσοφος.

Ἡ Μακεδονία ποτὲ δὲν ᾖταν Ἑλλάδα. Οἱ Μακεδόνες εἶναι ἕνα συγγενὲς φῦλο, ἐνδιάμεσος κρῖκος μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων τόσο φυλετικὰ ὅσο καὶ πολιτισμιακά. Πάντα μισοῦσα αὐτὸ τὸ ἀνασφαλὲς κομπλεξικὸ κακομαθημένο μαμόθρευτο πριγκηπόπουλο, τὸν Ἀλέξανδρο. Ἡ συνεισφορὰ τῶν Μακεδόνων στὴν Φιλοσοφία καὶ τὴν Πανεπιστήμη εἶναι ἐφάμιλλη τῆς ἀντίστοιχης ῥωμαϊκῆς, ἤτοι ἕνα ἀπόλυτο μηδέν, ἕνα κενὸ σύνολο. Ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τελειώνει μὲ τὴ μάχη τῆς Χαιρώνειας (ἔτος 338 πρὸ φλωροχίππη Ἰησοῦ), ποὺ εἶναι καὶ τὸ φυσικὸ σύνορο Ἑλλάδος-Βαρβαρίας (Μακεδονίας).

Γιατὶ κατάφερε ἕνας 20χρονος βασιλικὸς τσόγλανος νὰ κατακτήσῃ μέσα σὲ 4 χρόνια ὅλον τὸν γνωστὸ κόσμο;;; Διότι ᾖτο ξανθός! Ἀκατάσχετος Νορδικισμός: Ὅλα τὰ γαμψομύτικα μαυριδερὰ ἀνατολίτικα ἔθνη ὑπετάχθησαν στὸ ματαιόδοξο ξανθὸ ψυχάκια τῆς Μακεδονίας. Μουχαχαχαχα…..

ΚΑΝΔΙΝΟΥ ΦΘΕΓΞΙΣ Ι



ΠΑΝΕ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟΠΟΛΕΜΟΙ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥΣ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟ.

ΠΟΙΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΡΕ; ΕΔΩ ΗΡΘΑΜΕ ΝΑ ΛΥΣΟΥΜΕ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ!!!

ΤΙ ΑΤΟΜΟ ΕΙΣ’  ΕΣΥ ΡΕ ΦΙΛΕ; ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΑΠ’ΤΗ ΜΙΑ, ΜΠΙΝΕΛΙΚΙΑ ΑΠ’ΤΗΝ ΑΛΛΗ…

ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΙΠΑΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΤΗΝ ΠΟΥΝΕ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ;

(βλέποντας κἄτι ξέκωλα): «ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΝΤΥΣΙΜΟ!!» «ΕΧΕΙ ΧΟΡΤΑΣΕΙ Ο ΚΩΛΟΣ ΤΟΥΣ ΓΑΜΗΣΙ ΡΕ ΦΙΛΕ. ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ. ΠΛΑΝΗΤΗΣ-ΦΥΛΑΚΗ.»

ΑΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΜΟΥΝΙ, ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΜΙΛΟΥΣΕ ΚΑΝΕΝΑΣ.

ΜΕΡΟΠΗ ΠΑΡΤΟΥΖΙΑΡΑ, ΠΕΣ ΜΑΣ ΠΡΩΤΑ ΜΕ ΠΟΣΟΥΣ ΕΧΕΙΣ ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ ΕΧΕΙΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΜΙΛΑ.

ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΕΡΟΠΗ ΝΑ ΜΗ ΛΙΩΣΕΙΣ ΚΟΥΦΑΛΑ… ΝΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΕΙ Ο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ ΜΕΣ’ΣΤΑ ΨΥΓΕΙΑ!!

ΠΑΓΑΝΑΖΙΛΙΚΙ



Φορτωμένος! Ἀνανεωμένος! Ὁ Necronis Quix ἕτοιμος γιὰ νέες περιπέτειες! Τὰ ξεκωλαντεριάσματα στὰ καλλίτερά τους. Κωλομαντία-Σκατολογία! Νεκροτέφρα τέφα λέμε! Ὅλα στὸ φοῦλ! Ὅλα στὸ μηδὲν νὰ διαλύωνται. Νεκρόνι εἶσαι τρέλλα! Ὅλα γιὰ τὸ λαό σου.

Γιατὶ ὅλη ἡ μαγκιὰ εἶναι στὸ κλάσιμο. Κοσμικὸ κέντρο «Τὰ Κωλοπαλαμάκια». Ὁ Καραμανλὴς προεκλογικὰ τὸ ’04 ἔκανε ‘thumbs up’ καὶ κέρδιζε ἔδαφος. Τὴν ἴδια ὥρα ἡ κάθε νεοκυράτσω γινόταν κοσμικιά. Πάει ἡ κουτάλα. Πᾶνε τὰ κωλοπαλαμάκια. Μόνο κῶλο τώρα._

Millenium. Εὐρώ. Κάρτες. Ἀθήνα 2004. Ἡ Εὐρώπη τοῦ Νότου. Πλακάκια Ἰταλίας. Τί δουλειὰ κάνεις; Ποῦ εἶσαι χωμένος; Ποῦ βολεύτηκες; Ἀφραγκία=Ντροπή. Φθηνᾶ ῥοῦχα: Ἀνήκουστο. Μπλαζὲ πονηριὰ στὸ βλέμμα. Λάντα=γραφικότης. Κοινονικοποίησι τοῦ εἰσοδήματος. Καὶ τοῦ Ἀλβανοῦ. Isdn. Ἕνα freddo. Καὶ φρουτάκι. Οἰκοδομή. Ἀνοίγματα. Δὲν ὑπάρχει. Εἶναι καλὰ τώρα.

Ἡ ψυχὴ κούμπωσε σὲ ὅποιο σῶμα βρῆκε μπροστά της πρόχειρα ἄρον-ἄρον σὲ μιὰ βιαστικὴ ἐνσάρκωσι. Ἔτσι γιὰ νὰ πῇ ὅτι ἔγινε. Τώρα κάθονται στὰ Flo μὲ τὴν πάντα ἀστείρευτή τους ὄρεξι κομμένη, καὶ λένε γιὰ τὴν Ἐφορία. Κατάθλιψι. Συζητᾶνε ὥριμα. Ἐνήλικες. Τὴν αὐλή τους. Ἡ κρῖσι τοὺς χάλασε τὰ ὄνειρα, ὁ κόσμος ᾖταν δικός τους! Εἴτε ὡς πλούσιοι εἴτε ὡς φτωχοί, πάντα συζητᾶνε γιὰ τὰ λεφτά. Γιὰ τὴν Οἰκονομία. Ἔτσι γεννήθηκαν. Κῶλοι. Οἱ λοῦμπεν ψυχές τους κατοπτρίζονται στὰ λοῦμπεν πρόσωπά τους, στὸ ῥομποτικό, ὑστερόβουλο, πρωτόγονο, συμφεροντολογικὸ χαμόγελό τους. Οἱ Ῥωμαῖοι λέγανε VULTUS INDEX ANIMI (τὸ πρόσωπο εἶναι ὁ δείκτης τῆς ψυχῆς). Ἡ ψυχὴ κουνάει τὸ κουφάρι σὰ μαριονέττα καὶ ὁ καθένας ἔχει τὴν αὔρα του. Ἠ ψυχὴ κυττάει μέσα ἀπ’τὰ μάτια… Βλέπει…

Mainstream φιλοχρήματες ἡμιμουνάρες ποὺ χρωστᾶνε τὸ σπίτι οἱ ἄντρες τους –τοὺς ὁποίους παρεμπιπτόντως ἔχουν βαρεθῇ– ἔχουν ἔνοχο κοινὸ μυστικό. Κυριακάτικο πρωϊνὸ μετὰ τὸ κομμωτήριο στὰ Flocafe μοιράζονται τὸν κοινό τους πόθο: τὸν πρεζάκια νὰ κάνῃ τὸν σκῦλο καὶ ὁ σκῦλος του νὰ τοὺς γλείφῃ τὸ μουνὶ μέσα στὸ ἴδιο τους τὸ σπίτι ποὺ χρωστᾶν’ οἱ ἄντρες τους.

Ποιός μπορεῖ νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Ἄνθρωπο περισσώτερο ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἔγραψε: «καὶ τὸ γυμνὸ κρανίο τους φουλάρω μὲ μπαρτζόχια»; Ποιός;

Κάθε φορὰ ποὺ διαβάζω τό «Φιλοζωΐα;» μὲ πιάνει νευρικὸ γέλιο. Τὸ συγκεκριμένο διαμάντι κατατάσσεται στὸ εἶδος τῆς Φιλοσοφικῆς Ποιήσεως, ὅπως καὶ τό «Ὁ Δαίμωνναίει μέσα μου», ἤτοι ποίησι μέσῳ τῆς ὁποίας ἀναπτύσσονται ἐμμέτρως ξεκάθαρες φιλοσοφικὲς θέσεις… Μαγεία.

214 ἐνωχλημένοι ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ταὐτόχρονα ἀνοίγουν τὴν πόρτα αἰφνιδιαστικὰ μὲ σωβρακοφανέλα κυττῶντας μὲ ὕφος Χ. Παππᾶ τῆς Χ.Α. αὐστηρὸ καὶ καχύποπτο. Τὴν ἴδια ὥρα σὲ 4ο ὄροφο στοῦ Γκύζη μάννα χάνει γυιὸ ἀπὸ πρέζα. Ἀπώλεια. Ἐπαναλαμβανόμενο συναίσθημα. Ἐπιβολή. Τὸ κακάο τὰ σπάει.

Ἡ ὁμὰς Anal Enthusiasts κατεύθασε στὸ γραφικὸ χωριουδάκι ποὺ παραθέριζε ὁ Χρῆστος Παππὰς μὲ τὴν οἰκογένεια, ὁ ὁποῖος κύτταζε μὲ περίσσεια καχυποψία τὴν ταμπέλλα τοῦ Ποῦλμαν ὅταν ἔβγαιναν οἱ Ὁλλανδοὶ τουρίστες γιὰ γύρισμα καὶ hangout. Πρωκτικὸς ἐνθουσιασμὸς λοιπόν! Νέα ἤθη! Τίποτα δὲ θᾆναι πιά τὸ ἴδιο…

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

ΧΑΣΙΜΟ…

Γ’ΙΑΙ ΝΓΚ’ΝΓΚΑΧ ΓΙΟΓΚ ΣΟΝΤΟΘ ΝΕΚΡΟΥΟΥΜ ΧἸΙ-Λ’ΓΚΕΜΠ ΦἈΙ ΘΡΟΝΤΟΓΚ ΟΥΑΑΑΧ ΝΟΜΙΚΟΝ Ν’ΓΚΑΙ

τότε ὁ Μεγάλος Γεωφυσικὸς ἐξύπνησε ἐντὸς τῆς θερινῆς νυκτὸς κάθιδρως καὶ διεπόρησε: «πόσο νὰ ζυγίζῃ ἆρά γε ἕνα γαμῆσι;»

Λαδερὸς πρωκτός! Κατουράει!

Λοιπὸν φίλε τὸ σκέφτηκα. Στὸ ἄρθρο «ΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕΤΡΟ» ἀναφέρεται ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ὅτι ὁ τεντυμποϊσμός (ἀντίστοιχα τεντυγκερλισμός) ὁδηγεῖ σὲ ἀνεπιθύμητα, βάσει τοῦ κανόνα τῆς δεοντολογίας τῆς ἀνθρώπινης ἀποστολῆς, ἀποτελέσματα καὶ σὲ ψυχοσωματικὴ διάλυσι τοῦ ἀνθρώπου ὡς κύτταρο τοῦ Συμπαντικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἑπομένως, αὐτὸ ποὺ θἄπρεπε νὰ ᾖναι τιμὴ γιὰ μιὰ γυνή -δηλαδὴ ἡ παρθενία της- καταντάει ἀνεπιθύμητη ἰδιότητα στὸ ἀνεξέλεγκτο καπρίτσιο ἑνὸς ἀλαφιασμένου (μοντέρνου) τεντυμπόη. Κατ’ ἐπέκτασιν, τὸ νὰ βγαίνῃς μὲ μιὰ κοπέλα, χωρὶς νὰ ἔχῃς καλὸ σκοπό, συνεπάγεται τὴν ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχὴ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐν λόγῳ παραβιάσεως, ὅπως πχ ἡ κατιανὴ κατίνα-καριόλα νὰ σὲ κατατάξῃ λίγο πιό κάτῳ ἀπ’ τὸ μουνί της (κατάταξι: παρά-κατιανή) τὴν ὥρα ποὺ ἄθελά της ξενοτσιμπυκώνει, χωρὶς νὰ φέρῃ καμμία εὐθύνη γιὰ τὴν ἐν λόγῳ πρᾶξι. Συνεπῶς, καταδικάζουμε ῥητὰ τὴν ἀμέλεια ἀναλήψεως εὐθύνης τοῦ ἄῤῥενος ὡς «τὸ ἀγόρι μου» καθὼς καὶ τὴν ἑταιρεῖα «ΘΗΛΥ Α.Ε.» ὡς ἀνυπόστατους, ἀναξιόπιστους καὶ ἀπρόβλεπτους ἀφερέγγυους μαρξιστὲς τῆς παντοτινῆς ἐνέργειας.

Νὰ θυσιασθῶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴ σημαία καὶ τὸ σύνταγμα; Τί λέτε ῥὲ ξύγγια, γαμῶ τὸ φτυάρι τοῦ παπποῦ σας; Μόνο γιὰ τὸ ὅραμα τοῦ Ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ τὸν Ἀδόλφο Χῖτλερ θὰ ἔδινα τὴ ζωή μου.

Ἀπομένουν μόλις 2 λίτρα αἷμα γιὰ τὸ ἑπόμενο στάδιο! Ἐπισκέψου τὴ στοὰ τῆς Ἐνορίας σου, δές τὰ σοῦπερ πακέτα καὶ κέρδισε ἐπιπλέον μπόνους δύναμι μὲ κάθε ἀνθρωποθυσία!

Συκωτίνη γέμισε τὰ πλεμόνια του. Τὸ στομάχι ἐξέκρινε θολοκουλτουρικὸ ὀξύ. Ὀ ὀργασμισμὸς σὲ ὕφεσι.

Ὁ σκύλλας Δομάζος χῦσε noob! Κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὴ ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜΣ: «Φιλιά, Λουλούδια καὶ Κωλάντερα». All rights reserved. Πρωταγωνιστεῖ ἡ Μάρθα Καραγιάννη μὲ μία μολυσμένη σύριγγα στὸν γλυκό της κῶλο. Γερμανίδες καθηγήτριες Πανεπιστημίου παραμονὴ Χριστουγέννων στὴ σουΐτα τρῷνε Strudel καὶ βάζουνε βδέλλες νὰ τοὺς ῥουφᾶνε τὰ μουνοζούμια γελῶντας πονηρά.

ΜΑΤ ΚΑΙ ΜΕΑ ΚΑΙ 2 ΣΙΑΜΑΙΑ ΤΑ ΞΕΓΕΝΝΗΣΕ Η ΜΑΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΣΗΜΑΙΑ ΚΙ ΑΙΜΟΔΟΤΕΣ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΕΜΑΣΗΣΑΝ ΤΑ ΑΜΕΑ.

ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΥΤΑ ‘ΠΟ ΚΟΥΚΙΑ ΚΟΙΤΑΖΑΝ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΤΙ ΚΙΤΡΙΝΑ ΣΚΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ.

ΤΙ ΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΟΛΜΗΡΟΙ ΤΑΒΛΙΑΣΤΗΚΑΝ ΤΕΤΑΡΤΟΙ ΤΕΡΤΙΠΙΕΡΗΔΕΣ ΤΑΠΙ ΣΑΝ ΤΕΛΧΙΝΟΤΑΠΙΡΟΙ ΤΑΠΕΤΣΙΕΡΗΔΕΣ ΣΤΟΥΠΙ.

Ἀπέκτησε νευρολογικὸ πρόβλημα μεγάλο μαζὺ μὲ τὸ διανοητικό. Μὲ τὶς χοῦφτες τὰ χάπια καὶ τὰ τριπάκια. Καθήμενος στὴν καρέκλα τοῦ προπατζίδικου στὴ Νέα Φιλαδέλφεια καὶ βλέποντας ἀγῶνες κουνᾷ χέρια, ὤμους, ἄναρχα, μὲ ἀμέτρητα τὶκ νὰ τὸν συνοδεύουν γιὰ πάντα. Φορᾷ ὅμως πάντα τὴ φανέλλα τῆς ΑΕΚ…

Σεργουλόπουλος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Σπῦρος Παπαδόπουλος ἀπὸ τὴν Σμύρνη. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς Προσφυγιᾶς στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα. Πούστηδες καὶ γλεντζομουνάκηδες καὶ φυσικὰ χορευταροῦδες καὶ πουτάνες. Γαμῶ τὴ Μπαναγία τους… Ὅταν οἱ Μανιάτες ἐξέδιδαν τὰ καλλίτερα λεξικὰ στὴ νεώτερη ἱστορία (Δημητράκου, Σταματάκου, Παναγιωταρέα κλπ), ὅταν ἔγραφαν ἱστορικὲς μελέτες ὑπὸ ἑλληνοκεντρικὸ πολωμένο πρῖσμα (καὶ ὄχι χλιαρές, ἀπρόσωπες καὶ ἄνευρες δημοσιογραφικὲς στεῖρες καταγραφὲς γεγονότων ποὺ ὀνομάζουν ἱστοριογραφία), καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δεν ὑπῆρχε κὰν Ἑλλάδα, οἱ Μικρασιάτες ᾖσαν βουτηγμένοι στὴ ζαλούρα τοῦ ἀργιλέ, τοῦ μουνιοῦ καὶ τοῦ χρήματος… Ἐφοπλιστάδες, Μεγιστάνες καὶ Ἐπιχειρηματίες μὲ μεράκι γιὰ τὴ ζωή… Καὶ ἦρθαν σήμερα ἐδῷ καὶ συνεχίζουν τὸ γλεντοκόπι τους…

‘Für den Führer’ (Golden Schauer)

παγωμένος ἱδρῶτας τοῦ Μαρσὲλ ἔσταζε ἀργὰ ἀπὸ τὸ διακριτικὸ πηγούνι του στὸ γλυκὸ πρόσωπο τῆς Σελίν, καθὼς τὰ καλοσχηματισμένα, λεπτὰ χείλη της παλινδρομοῦσαν ῥυθμικὰ καὶ ἀταλάντευτα πάνω στὴν εὐαγῆ καὶ καλοκουρδισμένη ψωλή του. «Δν βρίσκεις τέτοιες μεμπτες πουτσάρες μεταξ τν συντρόφων», σκέφθηκε παραπονεμένα νεαρὴ Παριζιάνα Ἀναρχική, ἐνῷ ἔσφιγγε πιὸ δυνατὰ τὸ πρησμένο καὶ ἄτεγκτο ἀντικείμενο τοῦ πόθου της, σὰ νὰ ἤθελε νὰ τὸ ξεῤῥιζώσῃ καὶ νὰ τὸ κάνῃ δικό της γιὰ πάντα. Σελίν, κόρη εὐποροτάτου Οἰνοβιομηχάνου, ἦτο μία τυπική, καλομαθημένη Γαλλίδα μεγαλοαστή, ἀναθρεμμένη μὲ ὅλες τὶς πολυτέλειες καὶ ἀνέσεις ποὺ ἐπέβαλλε τὸ κοινωνικὸ status τῆς οἰκογένειάς της. Ἀπὸ ἐφηβικὴ ἡλικία, ἐξεδήλωσε ἰδιαίτερη ἀρέσκεια πρὸς τὴν Μαρξιστικὴ ἰδεολογία, γιὰ νὰ κατασταλάξῃ, κατὰ τὴν ἐνηλικίωσί της, στὶς θεωρίες τοῦ Μπακούνιν καὶ τοῦ Κροπότκιν.
     Στὸν ἀντίποδα, Μαρσέλ, ἕνας ψηλὸς καὶ εὐσταλὴς Γαλλοαυστριακός πρωταθλητὴς τοῦ Hapkido, μεγαλωμένος στὶς λαϊκὲς γειτονιὲς τῆς Μασσαλίας, ἦτο ἀκραιφνὴς καὶ ὡλοκληρωμένος Ἐθνικοσοσιαλιστής, ἀφοῦ Αὐστριακὸς πατέρας του, καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας στὴν μέση ἐκπαίδευσι, εἶχε φροντίσει νὰ τὸν γαλουχήσῃ ἀπὸ ἕξι ετών μὲ τὴν Φασιστικὴ διδασκαλία του Ἔβολα καὶ τὰ φλογερὰ συγγράματα τοῦ Ἀδόλφου Χῖτλερ. Ὅταν οἱ φίλοι καὶ γνωστοί του τοῦ ἐπεσήμαιναν χαιρέκακα ὅτι εἶναι ἐντελῶς παράδοξο αὐτός, ἕνας Γάλλος, νὰ ᾖναι Ναζιστής, ἐκεῖνος μὲ ἀφοπλιστική, Νορδικὴ ψυχρότητα τοὺς ὑπενθύμιζε ὅτι τὸ πρῶτο Ἐθνικοσοσιαλιστικὸ κόμμα τῆς Γῆς ἰδρύθηκε στὴν χῶρα τῶν Γαλατῶν, εἴκοσι ὁλόκληρα ἔτη πρὶν τὸ ἀντίστοιχο Γερμανικό...
     ...Αἴφνης, Σελὶν ἔνοιωσε ἕνα δυνατὸ κάψιμο στὸ ἀριστερὸ της μάγουλο· εἶχε μόλις δεχθῇ τὸ πρῶτο Ναζιστικὸ χαστούκι τῆς ζωῆς της, χωρὶς ὅμως νὰ διαταραχθῇ οὔτε κατ᾽ ἐλάχιστον ἁρμονικὴ ἐκτέλεσι τῆς στοματικῆς ὑπηρεσίας ποὺ προσέφερε στὸν ἀγριεμένο ἐραστή της, μιᾶς καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ καταβροχθίσῃ ὁλάκερη τὴν ἀσπαίρουσα κρεατόβεργά του. «Εσαι δασκάλα στ τσιμπούκι, παλιοπουτάνα», γρύλισε, μὲ κατηγορικὸ καὶ ὠργισμένο ὕφος ἐν ἡδονικῇ ἐκστάσει εὑρισκόμενος Μαρσέλ, ἐκτοξεύοντας τὰ ἀσυγκράτητα σάλια του πάνω στὰ στητᾶ, κατάλευκα βυζιὰ τῆς λαγνεύουσας κορασίδος. Ἀμέσως, ἕνα καταρρακτῶδες, ἠλεκτρικὸ κῦμα ἡδονῆς ξεκίνησε ἀπὸ το κεφάλι τῆς Σελὶν καί, ἀφοῦ διέσχισε τὸ κορμί της κάθετα, ἐκτονώθηκε βίαια στὸ στενὸ καὶ τρυφερὸ μουνέλο της μὲ ἕνα χειμαῤῥῴδη ὀργασμό, ποὺ τὴν ὑποχρέωσε νὰ σπαρταρᾷ σὰ καμακωμένη ζαργάνα, καθὼς μούγκριζε ἀκατάληπτα καὶ ἀνίερα λόγια.
     Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν μαιναδικὴ φρενίτιδα τῆς καλλίγραμμης φοιτήτριας, ὁ Μαρσὲλ δὲν μπόρεσε νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος καὶ ἀκαριαῖα ἐκφόρτωσε -ὑπὸ τὴν συνοδεία γερμανικῶν ὕβρεων- μὲ σπασμῳδικὴ ἀγριότητα τὸ πυρφόρο, κρεμῶδες ψωλόχυμά του μέσα στὸ λαρύγγι τῆς Σελίν, ἡ ὁποία, μὲ δάκρυα στα μάτια ἀπὸ τὸ ἀσφυκτικὸ αὐτὸ τσιμπούκι, προσπαθοῦσε ἐναγωνίως νὰ πάρῃ μιὰν ἀνάσα...
... Μετὰ ἀπὸ δύο ὁλόκληρα λεπτὰ ἀσταμάτητων ἀναστεναγμῶν ἀποφορτίσεως καὶ ἀνακουφίσεως, τὸ διονυσιακό ζεῦγος μοιράστηκε λίγες στιγμὲς πλήρους σιωπῆς, μὲ τα βλέμματα τους ἀπολύτως συντονισμένα καὶ τὶς παλάμες τους ἑνωμένες σὲ ἕνα ἄκρως τρυφερὸ σάρκινο σύμπλεγμα. Ἡ βραδιά, ὅμως, δὲν ἦταν γραφτὸ νὰ τελειώσῃ ὁμαλά. Ξάφνου, ὁ Μαρσὲλ ἔνοιωσε μιὰ νοητή, χρυσαφένια σβάστικα νὰ στριφογυρνᾷ μέσα στὸ θολωμένο του μυαλὸ καὶ νὰ σφυροκοπᾷ ἀνηλεῶς τὰ μηνίγγια του, μὲ τὸν ἴδιο ἰλιγγιώδη ῥυθμὸ ποὺ ἀναπηδᾷ ἀκανόνιστα ἡ σιδερένια μπίλια μέσα στὸ φλιπεράκι. Ἡ χαλαρωμένη ἀπὸ τὴν κυκλώπεια ἐκσπερμάτωσι οὐρήθρα του ἔτσουζε εὐχάριστα, καθὼς ἕνας διάφανος, ἐξαγνιστικὸς ποταμὸς κάτουρου διάνοιγε μὲ ὁρμὴ τὸν φραγμένο ἀπὸ χύσια διάβα του καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ ἀπελευθερωθῇ στὴν ἀτμόσφαιρα. Ὁ Μαρσὲλ δὲν δίστασε οὔτε δευτερόλεπτο· «Ατ τ θρασύτατο ριο πορνίδιο προδίδει τν Λευκ φυλ μ τν γαμημένη δεολογία της κα πρέπει ν πληρώσ», συλλογίστηκε καὶ μὲ ἔμπλεο ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ μίσους βλέμμα, ἅρπαξε σὰ κτῆνος τὴν ἔκπληκτη Σελὶν ἀπὸ τα μαλλιὰ καὶ πίεσε τὴν τυραγνισμένη ψωλή του στὸ μετωπό της. Πρὶν ἐκτοξεύσῃ τὸ καυτό του φορτίο, οὔρλιαξε δαιμονισμένα «für den führer»...